Η τελευταία σχολική εκδρομή έγινε τις αρχές του Ιούνη. Επισκεφτήκαμε τον πανέμορφο Μυστρά και τη Σπάρτη.
Ταξιδέψαμε στα βυζαντινά χρόνια μέσα από την ιστορία της βυζαντινής πολιτείας – χτισμένης στην ανατολική πλευρά του Ταϋγετου – του Μυστρά ή αλλιώς Μυζηθράς όπως ονομαζόταν η παλιά πρωτεύουσα του Δεσποτάτου του Μωρέως. Περπατήσαμε στα πλακόστρωτα δρομάκια της καστροπολιτείας και είδαμε τα όμορφα μνημεία του χώρου όπως τον Ναό του Αγίου Δημητρίου όπου έγινε η στέψη του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, την Παντάνασσα, τον Περίβλεπτο, τους Άγιους Θεόδωρους, την Αγία Σοφία, την Ευαγγελίστρια καθώς και τις οικίες του Μυστρά.
Θυμηθήκαμε επίσης ότι και στην επανάσταση του 1821 η συμμετοχή του Μυστρά ήταν σημαντική. Το 1825 μάλιστα λεηλατήθηκε από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ και από τότε σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ιδρύθηκε ο νέος Μυστράς, το σημερινό ομώνυμο χωριό στους πρόποδες του λόφου.
Το 1989 με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Unesco, ο Μυστράς εγγράφεται ως πολιτιστικό αγαθό στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Τελευταίος σταθμός της εκδρομής μας η πανέμορφη Σπάρτη , πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας , η πόλη των ηρωικών Σπαρτιατών. Φυσικά δεν παραλείψαμε να επισκεφτούμε το άγαλμα του αρχαίου Έλληνα πολεμιστή, Λεωνίδα και να θυμηθούμε τη θυσία του μαζί με τους 300 Σπαρτιάτες και τους 700 Θεσπιείς στις Θερμοπύλες ,σύμβολο διαχρονικό της πατριωτικής αυτοθυσίας, της άδολης αγάπης για τον τόπο.
Ήταν πραγματικά μια όμορφη και αξέχαστη εκδρομή .
Η δίψα στο Μυστρά (Γ. Ρίτσος. 1954)
ΗΛΙΟΣ κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς.
Διψούσαμε ανάμεσα στις πέτρες και στα χρόνια,
διψούσαμε όσα διψάσαμε πριν απ’ τη γνώση της δίψας
σε πέτρινα μονοπάτια μιαν έξοδο στον ουρανό
σε πέτρινα χείλη δυο φούχτες νερό
νερά.
Αγριοσυκιές δυναστεύοντας τ’ αρχαία ερείπια,
τρούλλοι σιωπής με κόκκινα κεραμίδια,
αγκάθια ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια της πέτρας.
Ο μαρμάρινος δικέφαλος στο νάρθηκα
φθαρμένος απ’ τα πέλματα χρόνων και χρόνων,
μόλις ανοίγοντας τα μάτια του στο τελευταίο βυζαντινό μισόφωτο.
……………………………………………………………………………………………………………….